Αρχείο κατηγορίας Αφιερώματα

Αφιέρωμα στο Δημήτρη Λάγιο

Dimitris Lagios

Δημήτρης Λάγιος

Εχθές (5/11/11), έτυχε να ακούσω στο κρατικό ραδιόφωνο τον κύριο Μενεξέ του Λάγιου. Συγκινήθηκα γιατί θυμήθηκα τον πρόωρο χαμό ενός μεγάλου, σύγχρονου μουσικοσυνθέτη … Έψαξα λίγο στο Διαδίκτυο και βρήκα τα παρακάτω βιογραφικά στοιχεία του καλλιτέχνη:

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΑΓΙΟΣ γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στις 7 Απριλίου 1952.

Σπούδασε πιάνο, κιθάρα και θεωρητικά στο Εθνικό Ωδείο, με καθηγητές τον Βούρτση και τον Δραγατάκη. Συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Ιλλινόις, στο Σικάγο, από το 1974 μέχρι το 1978, ενώ παράλληλα ασχολείται με το ελληνικό τραγούδι. Εκεί γνώρισε και τη γυναίκα του Πέγκυ, την «αιώνια» σύντροφό του.
Μετά το 1980 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα. Στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Ζάκυνθο, οργάνωσε τις “Γιορτές Τέχνης και Λόγου”, δημιούργησε το συγκρότημα “Ασκηταριό”, το “Κάλβειο Κέντρο Μουσικών Μελετών” και το “Κάλβειο Ωδείο”.
«Ηταν το ίνδαλμα των νέων εδώ. Στα 25-28 του συσπείρωσε την καλλιτεχνική Ζάκυνθο γύρω του, ανέδειξε τραγούδια, ποιήματα, μνημεία, που δεν τους έδιναν σημασία και ήταν σκόρπια, έκανε τις γιορτές του «Ασκηταριού». Είχαμε μια πόρτα να χτυπήσουμε κι έναν άνθρωπο να συνεννοηθούμε. Εφτιαξε το Κάλβειο Ωδείο, έφερε καθηγητές, έχουν βγει τόσα παιδιά, τόσα μαντολίνα, απ’ αυτό»[1] Από το 1985 θα ενδιαφερθεί για τον Κυπριακό Αγώνα ενεργά, διοργανώνοντας Φεστιβάλ, μουσικές εκδηλώσεις και πορείες. Παράλληλα, θα ιδρύσει το Μουσικό Σχολείο της Μυκόνου, το Μουσικό Σχολείο του Δήμου Αλίμου, ενώ συμμετείχε στη δημιουργία του πρώτου, στην Ελλάδα, Λαϊκού Σχολείου Παραδοσιακής Μουσικής, με τον Αριστείδη Μόσχο. Ίδρυσε το σύνολο “Ραψωδοί” με το οποίο παρουσίασε μουσικές εκδηλώσεις σε αρχαίους χώρους. Θα γράψει χορωδιακά τραγούδια, ενώ θα καταγράψει δισκογραφικά τις εθνομουσικολογικές του έρευνες.
Αυτές οι καταγραφές θα μπορούσαμε να πούμε πως τον οδήγησαν και στο έργο “Σκιές”, σε ποίηση δική του, με το κυπριακό φωνητικό σύνολο “Διάσταση” και τη μεσόφωνο Ηλέκτρα Βάργκα. Το έργο δισκογραφήθηκε το 1987. Σημαντικό έργο του είναι και οι “Ρωγμές”, για ορχήστρα μαντολινάτας. (Κυκλοφόρησε το 1992) Το 1986 γράφει τα έργα “Ολυμπιείον” και “Ουράνιος Μύθος”. Το 1987 θα γράψει το χορόδραμα “Ίνα τι” σε ποίηση δική του και του Δαβίδ, που θα δισκογραφηθεί το 1992.
Θα γράψει, επίσης, φωνητικές ραψωδίες και τραγούδια σε στίχους δικούς του, αλλά και σύγχρονων Ελλήνων ποιητών, αρχίζοντας το 1979 με τον “Ήλιο τον ηλιάτορα”, του Ελύτη, που δισκογραφεί το 1982. Μεγάλη επιτυχία θα γίνει το τραγούδι “Όμορφη και παράξενη πατρίδα”, αλλά και τα “Να κλαις”, “Γεια σου κύριε Μενεξέ”, “Μωβ”. Έχουν κυκλοφορήσει επίσης οι δίσκοι του: “Ο Αη-λαός” (1983), “Εδώ που γεννηθήκαμε” (1983), “Του Σολωμού και της Ζάκυνθος” (1986), “΄Εργα για ορχήστρα νυκτών οργάνων” (1989),“Των Αθανάτων” (1994). Η πιο προσωπική δουλεία του, η “Ερωτική Πρόβα”, είναι ουσιαστικά ένα χορόδραμα όπου αναζητεί τη λύτρωση περιγράφοντας –με μουσική και ποίηση- την πορεία προς το τέλος. Έχοντας επίγνωση του δικού του τέλους που πλησιάζει, βρίσκει την τεράστια καλλιτεχνική δύναμη να γράψει αυτό το έργο, το 1989…Ο δίσκος θα κυκλοφορήσει το 1991.
Στις 11 Απριλίου του 1991, ο Δημήτρης Λάγιος πεθαίνει από καρκίνο. Ήταν μόλις τριάντα οκτώ χρονών. Με το θάνατό του, η ελληνική μουσική χάνει πρόωρα έναν εξαιρετικό συνθέτη και τραγουδοποιό που, σίγουρα, είχε πολλά να προσφέρει ακόμα. Ήταν ένας αγνός και άδολος άνθρωπος, υπόδειγμα καλλιτέχνη αξιόμαχου, με υψηλούς στόχους.
————————–
[1] Αφήγηση του Δημήτρη Αβούρη στο άρθρο Ένα πολιτιστικό χωριό, του Γιώργου Βιδάλη από την εφημερίδα Ελευθεροτυπία – 11/08/2001

Πηγή

«Οι Νότες και τα Λόγια» – Δημήτρης Λάγιος

Αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη.

Σαν σήμερα γεννήθηκε ένας μεγάλος Έλληνας ποιητής. Αξίζει να αναφερθούμε στο μεγάλο και επίκαιρο έργο του:

Οδυσσέας Ελύτης (Αλεπουδέλης)

 

«Ο Οδυσσέας Ελύτης αποτέλεσε έναν από τους τελευταίους εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς του ’30, ένα από τα χαρακτηριστικά της οποίας υπήρξε το ιδεολογικό δίλημμα ανάμεσα στην ελληνική παράδοση και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Ο ίδιος ο Ελύτης χαρακτήριζε τη δική του θέση στη γενιά αυτή ως παράξενη σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «από το ένα μέρος ήμουνα ο στερνός μιας γενιάς, που έσκυβε στις πηγές μιας ελληνικότητας, κι απ’ την άλλη ήμουν ο πρώτος μιας άλλης που δέχονταν τις επαναστατικές θεωρίες ενός μοντέρνου κινήματος». Το έργο του έχει επανειλημμένα συνδεθεί με το κίνημα του υπερρεαλισμού, αν και ο Ελύτης διαφοροποιήθηκε νωρίς από τον «ορθόδοξο» υπερρεαλισμό που ακολούθησαν σύγχρονοί του ποιητές όπως ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Νίκος Εγγονόπουλος ή ο Νικόλαος Κάλας. Επηρεάστηκε από τον υπερρεαλισμό και δανείστηκε στοιχεία του, τα οποία ωστόσο αναμόρφωσε σύμφωνα με το προσωπικό του ποιητικό όραμα, άρρηκτα συνδεδεμένο με το λυρικό στοιχείο και την ελληνική λαϊκή παράδοση. Οι επιρροές από τον υπερρεαλισμό διακρίνονται ευκολότερα στις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του Προσανατολισμοί (1940) καιΉλιος ο πρώτος (1943).

Μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του υπήρξε το ποίημα Το Άξιον Εστί (1959), έργο με το οποίο ο Ελύτης διεκδίκησε θέση στην εθνική λογοτεχνία, προσφέροντας ταυτόχρονα μία «συλλογική μυθολογία» και ένα «εθνικό έργο»[11]. Η λογοτεχνική κριτική υπογράμμισε την αισθητική αξία του καθώς και την τεχνική του αρτιότητα. Η γλώσσα του επαινέθηκε για την κλασσική ακρίβεια της φράσης ενώ η αυστηρή δόμησή του χαρακτηρίστηκε ως άθλος που «δεν αφήνει να διαφανεί πουθενά ο παραμικρός βιασμός της αυθόρμητης έκφρασης». Τον «εθνικό» χαρακτήρα του Άξιον Εστίυπογράμμισαν μεταξύ άλλων ο Δ.Ν. Μαρωνίτης και ο Γ.Π. Σαββίδης, ο οποίος σε μία από τις πρώτες κριτικές του ποιήματος διαπίστωσε πως ο Ελύτης δικαιούταν το επίθετο «εθνικός», συγκρίνοντας το έργο του με αυτό του Σολωμού, του Παλαμά και του Σικελιανού.

Η μεταγενέστερη πορεία του Ελύτη υπήρξε πιο ενδοστρεφής, επιστρέφοντας στον αισθησιασμό της πρώιμης περιόδου του και σε αυτό που ο ίδιος ο Ελύτης αποκαλούσε ως έκφραση μιας «μεταφυσικής του φωτός»: «Έτσι το φως, που είναι η αρχή και το τέλος κάθε αποκαλυπτικού φαινομένου, δηλώνεται με την επίτευξη μιας ολοένα πιο μεγάλης ορατότητας, μιας τελικής διαφάνειας μέσα στο ποίημα που επιτρέπει να βλέπεις ταυτοχρόνως μέσα απ’ την ύλη και μέσα από την ψυχή» Ιδιόμορφο, αλλά και ένα από τα σημαντικότερα έργα του Ελύτη, μπορεί να χαρακτηριστεί το σκηνικό ποίημα Μαρία Νεφέλη (1978), στο οποίο χρησιμοποιεί – για πρώτη φορά στην ποίησή του – την τεχνική του κολάζ.

Πέρα από το ποιητικό του έργο, ο Ελύτης άφησε σημαντικά δοκίμια, συγκεντρωμένα στους τόμους Ανοιχτά Χαρτιά (1974) και Εν Λευκώ (1992), καθώς και αξιόλογες μεταφράσεις Ευρωπαίων ποιητών και θεατρικών συγγραφέων.»

Πηγή

Ο. Ελύτης – M. Kατράκης: Η μεγάλη Έξοδος

Για τη Μητέρα.

Klimt, Οι τρεις σταθμοί της ζωής.

Klimt, Οι τρεις σταθμοί της ζωής, 1905 Ρώμη.

Οι ώρες που περνούσα με την μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο. Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να’ ταν ο αγέρας ανάμεά μας και βύζαινα.
Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. Αγαπούσα πολύ τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τά’βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με την φαντασία μου· δε μ’ έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατά της της χάδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:
-Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στενοχιωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε: «Αλήθεια λές;» και χαμογελούσε.

Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να’ χε κατέβει από τον Παράδεισο, σαν να’ χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γής να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.

Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου· δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το μνήμα της –από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και με το κελάδημα του καναρινιού.
Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει· χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινόρχουνταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να’ χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη. Μπορεί και να’ ναι η νεράιδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε στο παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντιλο, κι από τότε την έφερε σπίτι και την έκαμε γυναίκα του. Κι ολημέρα τώρα πάει κι έρχεται η μάνα μέσα στο σπίτι και ψάχνει να βρεί το κεφαλομάντιλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει. Την κοίταζανα πηγαινοέρχεται, ν’ ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω απ’ το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρεί το μαγικό κεφαλομάντιλό της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου· κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντιλό της να φύγει.

ΝίκοςΚαζαντζάκης

«Αναφορά στον Γκρέκο»